NdGzzpZ9Sli_-Q4Pn0WemvVliwQ Άρες μάρες-Ημερολόγιο ©

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Νέα Αρχή


Οι 'Άρες μάρες-Ημερολόγιο" έκαναν την αρχή πριν επτά χρόνια και ήταν για μένα το ξεκίνημά στο blogging.

Ένα ξεκίνημα άτσαλο, αμήχανο, που βάδιζε τις περισσότερες φορές σε μονοπάτια άγνωστα..

O κύκλος όμως ολοκληρώθηκε.. ή τουλάχιστον έτσι αισθάνομαι..

Οι "Εικόνες και Ψίθυροι" γεννήθηκαν στο μυαλό μου σχεδόν πριν ένα χρόνο.

Το ύφος ίδιο..

Στιγμές πολύτιμες, στιγμές δικές μας, στιγμές της καθημερινότητάς μας.. στιγμές που μοιράζομαι μαζί σας εμπλουτισμένες όμως πια και με εικόνες!





Ελάτε λοιπόν.. σας θέλω όλους μαζί μου γιατί χωρίς παρέα το ταξίδι δεν έχει γούστο!

Σας περιμένω όλους στο καινούργιο blog.

Ελάτε στο.. "Εικόνες και Ψίθυροι"


Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Αναφιώτικα Ένα Νησί Δίχως Θάλασσα

Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν κατεβήκαμε  με το μετρό στην Ακρόπολη.
Οπλισμένες με τις φωτογραφικές μας μηχανές ανηφορίσαμε για λίγο τον φαρδύ πλακόστρωτο δρόμο για να στρίψουμε λίγο πιο πάνω  δεξιά  τον ανήφορο.
Σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά ο βράχος της Ακρόπολης ορθωνόταν επιβλητικός και σου προκαλούσε δέος.









Στο τέλος της ανηφόρας αντικρίσαμε το πρώτο σπίτι με την μικρή ταμπέλα στον τοίχο του.. «Αναφιώτικα»..




Με τα πρώτα βήματα ήταν σαν να μας ρούφηξε μέσα της μια μηχανή που μας πήγε πίσω στο χρόνο,  στην δεκαετία  του ’50 και του ‘60.
Η παλιά Αθήνα που βλέπαμε στις ασπρόμαυρες ταινίες αναβίωνε μπροστά στα μάτια μας.




Τα σπίτια μικρά και χαμηλά,  με μικρές ασβεστωμένες αυλές γεμάτες λογιών λογιών λουλούδια φυτεμένα σε τενεκέδες.




Τα δρομάκια στενά, ίσα να χωρά ένας άνθρωπος,  ασβεστωμένα κι εκείνα ακολουθούν  μια φιδίσια διαδρομή δίχως να βλέπεις που οδηγούν.








Μια σταλιά γης που θαρρείς πως κλείνει μέσα της ολόκληρες τις Κυκλάδες.
Εκτυφλωτικό άσπρο και αιγαιοπελαγίτικο μπλε..
Έτσι που σε κάθε στροφή να νομίζεις πως θ’ αντικρίσεις την θάλασσα..








Οι λιγοστοί κάτοικοι μας καλησπερίζουν  φιλικά..
Η εγκατάλειψη όμως είναι παντού τριγύρω..








Πιο κάτω οι καλλιτέχνες του γκράφιτι  έχουν δημιουργήσει πάνω στους τοίχους εγκαταλειμμένων  σπιτιών,





 άλλοτε με μια δόση ρομαντισμού




 κι άλλοτε με χιούμορ..




Ένα δρόμο πιο κάτω ξεκινά  η Πλάκα..
Εδώ η ατμόσφαιρα  και τα σπίτια αλλάζουν.. γίνονται  πιο .. αρχοντικά..



Η δική μου καρδιά όμως έμεινε πίσω, σ’ εκείνα τα χαμηλά ασβεστωμένα σπιτάκια  που με ταξίδεψαν δεκαετίες πίσω..
Σε μια άλλη γειτονιά..





Εκεί  που γεννήθηκα κι απ’ όπου έφυγα πεντάχρονο κοριτσάκι..
Εκεί που έκανα τα πρώτα μου βήματα..
Εκεί που έπαιξα τα πρώτα μου παιχνίδια σε δρομάκια στενά όπως αυτά των Αναφιώτικων..
Εκεί που έκανα τους πρώτους μου φίλους..
Εκεί που μύρισα για πρώτη φορά γαζία και γιασεμί φυτεμένα σε τενεκέδες..
Εκεί που φεύγοντας άφησα την καρδιά μου ..
Εκεί που  πάντα θα αγαπώ και πάντα θα νιώθω πως ανήκω ..

Στην  παλιά Καισαριανή με τα προσφυγικά..



Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Απογευματινή Βόλτα

Οι βόλτες με τον Πρίγκηπα δεν είναι συχνές.
Τα εξαντλητικά ωράρια της δουλειάς   έχουν σαν αποτέλεσμα να περνώ τα απογεύματά μου σε κατάσταση αποσύνθεσης και ελάχιστα από αυτά να έχω κουράγιο για βόλτες.
Παρ’ όλα αυτά για τον Πρίγκηπα ξεχνώ την κούραση και απολαμβάνω κάθε λεπτό μαζί του.
Έτσι έγινε και τις άλλες..
Τα αστροπελέκια τώρα που έκλεισαν τα σχολεία ακολουθούν το «καλοκαιρινό πρόγραμμα» τους το οποίο τηρούν με θρησκευτική μπορώ να πω ευλάβεια.
Αυτό  περιλαμβάνει:  πρωινό ξύπνημα αργάμιση, στην συνέχεια «σάπισμα» μπροστά σε υπολογιστή και playstation και νωρίς το απόγευμα (σχεδόν μεσημέρι) συνάντηση με τους φίλους στη θάλασσα για μπανάκι και τρέλες.
Επιστρέφουν  σπίτι όταν έχει πια νυχτώσει  …
Οπότε τα απογεύματα είμαστε μόνοι  με τον Χρήστο.
Ένα τέτοιο λοιπόν απόγευμα  πήραμε τον Πρίγκηπα για να τον βολτάρουμε.
Ο κλασικός προορισμός ήταν φυσικά το Smart Park..








Ο Πρίγκηπας ήταν αγουροξυπνημένος από την μεσημεριανή του σιέστα και κατά συνέπεια  λιγομίλητος, ήσυχος μέχρι σημείου ανησυχίας και λακωνικός.
Ό,τι κι αν του έλεγα απαντούσε μονολεκτικά μ’ ένα «νιε»..

-         -  Θέλεις να πάμε στις κούνιες;
-          - Νιε
-           - Πάμε να καθήσουμε κοντά στο συντριβάνι να πιούμε χυμό;
-         -  Νιε
-          - Θέλεις να πάμε στ’ αυτοκινητάκια;
-          - Νιε
-          - Την αγαπάς την γιαγιά;
-          - Νιε

(την τελευταία ερώτηση την έκανα εκμεταλευόμενη  την θετική του διάθεση!)
Περάσαμε λοιπόν απ’ τις κούνιες, από τα διάφορα καρουζέλ, τρενάκια, αυτοκινητάκια
















 κι ότι τέλος πάντων ανεβοκατεβαίνει, γυρίζει, σφυρίζει και τραγουδάει ρίχνοντάς του το ανάλογο κέρμα.. για να κάνουμε μετά μια στάση στην καφετέρια να πιούμε καφέ και χυμό.
Ο Πρίγκηπας  κάθισε κύριος στο τραπέζι (όχι επάνω.. στην καρέκλα του τραπεζιού εννοώ) και απόλαυσε το χυμό του.
(δεν έκανε κανένα παράπονο που του τον είχα παραγγείλει χωρίς παγάκια)..
Κοίταξε λοξά και επιτιμητικά ένα άλλο παιδάκι που ήρθε κοντά και του έβγαζε την γλώσσα και συνέχισε να πίνει το πορτοκάλι του  παρακολουθώντας γύρω του σιωπηλός.
Επειδή δεν τον έχω συνηθίσει τόσο ήσυχο, ομολογώ  ότι είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι τι δεν πάει καλά..
Σε μια τελευταία λοιπόν προσπάθεια να τον διασκεδάσουμε αποφασίσαμε πριν φύγουμε  να  τον πάμε στον διπλανό από την καφετέρια παιδότοπο.
Εκεί δυο τινά μπορεί  να συνέβησαν.
Ή ο Πρίγκηπας συνήλθε επιτέλους απ’ τον ύπνο και «πήρε μπρος» ή του άρεσε το περιβάλλον…
Σημασία έχει πως ανέβηκε σε όλα τα τραμπαλίζοντα ζωάκια του παιδότοπου δίχως την βοήθειά μου, τρέχοντας χαρούμενος από το ένα στο άλλο..




Και μετά ανακάλυψε τα ξύλινα σπιτάκια που τα ένωναν μεταξύ τους  διάφορα τούνελ κι απ’ όπου κατέβαινε κάνοντας τσουλήθρα!








Εξαφανίστηκε λοιπόν εκεί ψηλά στα διάφορα «λαγούμια» κι ενώ εγώ – στην αρχή και μέχρι να βεβαιωθώ πως όλα είναι καλά και δεν φοβάται – έπαθα ένα ψιλοπανικό που τον έχανα απ’ το οπτικό μου πεδίο και δεν ήξερα πού ακριβώς βρίσκεται.. εκείνος φάνηκε πως διασκέδαζε, δεν φοβόταν και κυρίως αρνιόταν με πονηρό χαμόγελο να κατέβει απ’ την τσουλήθρα  φοβούμενος  πως αν κατέβει μπορεί και να φεύγαμε.
Έτσι αποφάσισα να καθίσω στο παγκάκι δίπλα στον Χρήστο και να τον αφήσω να διασκεδάσει  όσο ήθελε!
Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να αποφασίσει πως χόρτασε παιχνίδι και να πάρουμε τον δρόμο του γυρισμού.
Κι όταν πια φτάσαμε σπίτι του, έπεσε με λαχτάρα στην αγκαλιά της μαμάς του σφίγγοντας την και χτυπώντας την συγκαταβατικά στην πλάτη, σα να είχε λείψει μήνες..
«με ντύνεις, με ταϊζεις.. όμως ξέρω ποια είναι η μάνα μου», έτσι δε λέει η παροιμία;
Έτσι!



--